σιμούν

σιμούν
Άνεμος που πνέει στις ερήμους, κυρίως στη Σαχάρα, την Αίγυπτο, την Αραβία και τη Μεσοποταμία. Πρόκειται για θερμό και ξηρό άνεμο, στο πέρασμα του οποίου δημιουργούνται συχνά αμμοστρόβιλοι. Οι ιθαγενείς της Αφρικής, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα ολέθρια αποτελέσματα της ταχύτατης διαπνοής που προκαλεί, αλείφουν το σώμα τους με λίπος.
* * *
και σαμούν, ο, Ν
πολύ θερμός και ξηρός τοπικός άνεμος με αμμοστροβίλους που πνέει στη Σαχάρα και στην Αραβική Χερσόνησο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. simoun < αραβ. samoun «δηλητηριώδης άνεμος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • σιμούν — ο (λ. αραβ.), άκλ., άνεμος της Αφρικής: Ο σιμούν σηκώνει σύννεφα από άμμο και εμποδίζει τα καραβάνια να διασχίσουν την έρημο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιμοῦν — σῑμοῦν , σιμόω turn up the nose pres part act masc voc sg σῑμοῦν , σιμόω turn up the nose pres part act neut nom/voc/acc sg σῑμοῦν , σιμόω turn up the nose pres inf act (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιμώ — όω, ΝΜΑ [σιμός] 1. καθιστώ σιμή τη μύτη μου, ζαρώνω τη μύτη μου νεοελλ. συμπιέζω κάτι, το πλακουτσώνω μσν. αρχ. περιφρονώ, χλευάζω αρχ. 1. κυρτώνω προς τα επάνω κάτι («σιμοῡν τὸν αὐχένα», Αχιλλ. Τάτ.) 2. παθ. σιμοῡμαι, όομαι είμαι ή γίνομαι… …   Dictionary of Greek

  • άνεμοι — Οι οριζόντιες μετατοπίσεις των μαζών του αέρα. H διαφορετική θέρμανση του αέρα πάνω από τα διάφορα τμήματα της επιφάνειας της Γης καθιστά τις μάζες του πυκνότερες ή αραιότερες, γεγονός που εκδηλώνεται με ποικίλη κατανομή της πίεσης. Όσες περιοχές …   Dictionary of Greek

  • Λενορμάν, Ανρί Ρενέ — (Henri René Lenormand, Παρίσι 1882 – 1951). Γάλλος συγγραφέας και δραματουργός. Γιος του μουσικολόγου και συνθέτη Ρενέ Λενορμάν, σπούδασε στη Σορβόνη και το 1904 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο Ο κήπος πάνω στον πάγο. Στο θέατρο… …   Dictionary of Greek

  • Μυράτ, Μήτσος — (Σμύρνη 1878 – Αθήνα 1964). Ηθοποιός του θεάτρου. Σπούδασε στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και κατόπιν φιλολογία και θεατρική τέχνη στο Παρίσι. Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή, το 1900, στη Σμύρνη με τον θίασο του Δημήτριου Κοτοπούλη· τον ίδιο χρόνο… …   Dictionary of Greek

  • Σαουδική Αραβία — Κράτος στη Μέση Ανατολή. Βρέχεται στα Α και Δ από τον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα αντίστοιχα και στα Ν από την Αραβική Θάλασσα.H εδαφική επικράτεια της Σαουδικής Aραβίας, που παλιά προσδιοριζόταν πολύ άοριστα ως Zαζιράτ αλ Aράμπ, δηλαδή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”